βοτηρικός

βοτ-ηρικός, ή, όν,
A of or for a herdsman,

ἑορτή Plu.Rom.12

;

κύπελλα AP6.170

(Thyill.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βοτηρικός — βοτηρικός, ή, όν (Α) [βοτήρ] ο ποιμενικός …   Dictionary of Greek

  • βοτηρικά — βοτηρικός of neut nom/voc/acc pl βοτηρικά̱ , βοτηρικός of fem nom/voc/acc dual βοτηρικά̱ , βοτηρικός of fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοτηρικαί — βοτηρικός of fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοτηρική — βοτηρικός of fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοτήρ — βοτήρ, ο (AM) (Μ θηλ. βότειρα, η) ο βοσκός αρχ. φρ. 1. «οἰωνῶν βοτήρ» οιωνοσκόπος 2. «κύων βοτήρ» ποιμενικός σκύλος. [ΕΤΥΜΟΛ. < (θ.) βο , βόσκω. Το θηλ. βότειρα μαρτυρείται στον Ευστ. ως προσωνυμία της Δήμητρας, ενώ το βότειρα εμφανίζεται σε… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.